Πολύ υψηλής ποιότητας τα κεφάλαια των ασφαλιστικών εταιριών της χώρας!

Ενενήντα δυο στα εκατό ευρώ από τα κεφάλαια που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές εταιρείες της χώρας είναι πολύ υψηλής ποιότητας και ανήκουν στην κατηγορία 1 σύμφωνα με την έκθεση για την Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε ειδικό κεφάλαιο η έκθεση αναφέρεται στην κατάσταση της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς και επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι «παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, η ασφαλιστική αγορά εμφανίζει επάρκεια κεφαλαίων καλής ποιότητας, καθώς 92% των επιλέξιμων κεφαλαίων ταξινομούνται στην υψηλότερη κατηγορία ποιότητας (Κατηγορία 1)». Επίσης «η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας (SCR) για το σύνολο της ασφαλιστικής αγοράς κατά την 31.12.2016 διαμορφώθηκε σε 1,73 δισεκ. ευρώ, με τα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια να ανέρχονται σε 2,72 δισεκ. Ευρώ».
Διαβάστε στη συνέχεια την αναφορά της ΤτΕ:
ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ 2016
Η Τράπεζα της Ελλάδος, είναι η αρμόδια ελληνική Εποπτική Αρχή, δυνάμει της παραγράφου 10 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016, για τον κλάδο της ιδιωτικής ασφάλισης στην Ελλάδα και αποτελεί μέλος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον ν.4364/2016 (Φερεγγυότητα ΙΙ) ο οποίος καθορίζει το πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, ασκεί προληπτική εποπτεία επί των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, καθώς και επί των αλλοδαπών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτες, εκτός ΕΕ, χώρες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος. Επιπροσθέτως, η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί τη συμμόρφωση των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα (είτε με υποκατάστημα είτε διακρατικά, κάνοντας χρήση των διατάξεων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών) προς τους ελληνικούς κανόνες δημόσιου συμφέροντος, σε συνεργασία με τις οικείες εποπτικές αρχές των χωρών καταγωγής τους. Τέλος, η εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος εκτείνεται και στους συνεργαζόμενους με αυτές ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές.
Βασικός στόχος της εποπτείας είναι η προστασία των ασφαλισμένων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση. Επιπρόσθετοι σκοποί της εποπτείας είναι η ομαλή λειτουργία της αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης και η εμπέδωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών σε αυτήν, καθώς και η διασφάλιση της σταθερότητας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών συστημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Η αγορά ιδιωτικής ασφάλισης λειτουργεί από 1.1.2016 με βάση ένα κοινό και συνεκτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο εποπτείας με υψηλότερο βαθμό διαφάνειας τόσο από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και από τις αρμόδιες Εθνικές Εποπτικές Αρχές, οι απαιτήσεις του οποίου αποτυπώνονται σε 3 βασικούς Πυλώνες: Ι) Ποσοτικές απαιτήσεις, ΙΙ) Ποιοτικές Απαιτήσεις και Εποπτική Αξιολόγηση και ΙΙΙ) Δημοσιοποίηση και Γνωστοποίηση. Η εποπτεία ασκείται επί τη βάσει διερευνητικής και βασισμένης στον κίνδυνο προσέγγισης, ανάλογης προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των κινδύνων που αναλαμβάνει η κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση. Η εφαρμοζόμενη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης εστιάζει στην αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν ή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και στην αξιολόγηση της ικανότητάς τους να προβαίνουν σε εκτίμηση αυτών των κινδύνων, λαμβανομένου υπόψη του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργούν.
Αναφορικά με κάθε ασφαλιστικό όμιλο με διασυνοριακή δραστηριότητα, οι εποπτικές αρχές συνεργάζονται και οι αντίστοιχες εποπτικές δράσεις συντονίζονται από το “κολλέγιο εποπτών”, το οποίο αποτελεί μια μόνιμη αλλά ευέλικτη δομή διευκόλυνσης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων μεταξύ των εποπτικών αρχών που σχετίζονται με την εποπτεία εκάστου ομίλου.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει συγκροτήσει τρία κολλέγια εποπτών, για ισάριθμους ασφαλιστικούς ομίλους με έδρα στην Ελλάδα, έχοντας αναλάβει το ρόλο της αρχής εποπτείας εκάστου ομίλου, ενώ παράλληλα συμμετέχει στα κολλέγια εποπτών που έχουν συγκροτηθεί για κάθε έναν ευρωπαϊκό ασφαλιστικό όμιλο ο οποίος διαθέτει τουλάχιστον μία θυγατρική επιχείρηση στην Ελλάδα.
6.1 ΜΕΓΕΘΗ ΑΓΟΡΑΣ
Η Τράπεζα της Ελλάδας εποπτεύει, με ημερομηνία αναφοράς την 31.12.2016, 45 ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, εκ των οποίων οι 4 δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στις ασφαλίσεις ζωής, οι 24 στις ασφαλίσεις κατά ζημιών, ενώ οι 17 ασκούν ταυτόχρονα δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής και κατά ζημιών. Επίσης, 27 εκ των ως άνω ασφαλιστικών επιχειρήσεων ανήκουν σε όμιλο, είτε με έδρα στην Ελλάδα (8 επιχειρήσεις) είτε με έδρα εκτός Ελλάδος (19 επιχειρήσεις). Εκ των επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, οι 5 δραστηριοποιούνται ενεργά και σε λοιπές χώρες της ΕΕ, κάνοντας χρήση των διατάξεων περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Στην εγχώρια ασφαλιστική αγορά δραστηριοποιούνται επίσης 20 υποκαταστήματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ, καθώς και 16 ευρωπαϊκές ασφαλιστικές επιχειρήσεις με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εκ των οποίων οι 10 δραστηριοποιούνται στις ασφαλίσεις κατά ζημιών και οι 6 στις ασφαλίσεις ζωής. Η χρηματοοικονομική εποπτεία των εν λόγω υποκαταστημάτων και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων διενεργείται από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των χωρών καταγωγής τους.
Το σύνολο του ενεργητικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, κατά την 31.12.2016, ανήλθε σε 15,9 δισεκ. ευρώ, εκ των οποίων 6,8 δισεκ. ευρώ αφορούσαν τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα και 2,3 δισεκ. ευρώ αφορούσαν επενδύσεις για ασφαλίσεις τον επενδυτικό κίνδυνο των οποίων φέρουν οι ασφαλισμένοι (unit-linked). Οι συνολικές υποχρεώσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ανήλθαν σε 13 δισεκ. ευρώ, με το σύνολο των τεχνικών προβλέψεων να διαμορφώνονται σε 11,9 δισεκ. ευρώ (8,9 δισεκ. ευρώ αφορούσαν ασφαλίσεις ζωής και 3 δισεκ. ευρώ ασφαλίσεις κατά ζημιών).
Παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, η ασφαλιστική αγορά εμφανίζει επάρκεια κεφαλαίων καλής ποιότητας, καθώς 92% των επιλέξιμων κεφαλαίων ταξινομούνται στην υψηλότερη κατηγορία ποιότητας (Κατηγορία 1). Η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας (SCR) για το σύνολο της ασφαλιστικής αγοράς κατά την 31.12.2016 διαμορφώθηκε σε 1,73 δισεκ. ευρώ, με τα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια να ανέρχονται σε 2,72 δισεκ. ευρώ. Επιπροσθέτως, η συνολική Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση (MCR) διαμορφώθηκε σε 634 εκατ. ευρώ, με τα αντίστοιχα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια να ανέρχονται σε 2,55 δισεκ. ευρώ και να αφορούν εξ ολοκλήρου κεφάλαια Κατηγορίας 1.
Εντός του 2016, η εποπτική αρχή ενέκρινε μεταβολές στη μετοχική σύνθεση 4 ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
6.2 ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΙΙ
Το 2016 σηματοδοτήθηκε από την έναρξη ισχύος και εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου για την ιδιωτική ασφάλιση, καλούμενου Φερεγγυότητα ΙΙ. Η σχετική Οδηγία 2009/138/ΕΚ ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το νόμο 4364/2016. Για την συμπλήρωση του νομοθετικού πλαισίου της Φερεγγυότητας ΙΙ, η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε 28 κανονιστικές αποφάσεις.
Οι 22 εξ αυτών αφορούν την ενσωμάτωση ισάριθμων αντίστοιχων Κατευθυντήριων Γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΙΟΡΑ), οι οποίες καλύπτουν όλο το εύρος λειτουργίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων (όπως ενδεικτικά την αποτίμηση των τεχνικών προβλέψεων, την ποσοτικοποίηση συγκεκριμένων κινδύνων, την ταξινόμηση των ιδίων κεφαλαίων, το σύστημα διακυβέρνησης, τη διαχείριση κινδύνου, τη δημοσιοποίηση στοιχείων).
Οι υπόλοιπες 6 κανονιστικές αποφάσεις αφορούν α) τον προσδιορισμό της έκτασης των ελεγκτικών διαδικασιών επί της έκθεσης φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης των (αντ)ασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων με έδρα στην Ελλάδα από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία, β) τις απαιτήσεις φερεγγυότητας και του συστήματος διακυβέρνησης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λόγω μεγέθους εξαιρούνται από τις αντίστοιχες απαιτήσεις της Φερεγγυότητας ΙΙ, γ) τον τρόπο και το μορφότυπο των υποβολών προς την Τράπεζα της Ελλάδος καθώς και το περιεχόμενο συμπληρωματικών περιοδικών αναφορών και, τέλος, δ) το ύψος της ετήσιας εισφοράς των εποπτευομένων επιχειρήσεων.
Με σκοπό την ομαλή μετάβαση της εγχώριας ασφαλιστικής αγοράς στο νέο πλαίσιο της Φερεγγυότητας ΙΙ, η Τράπεζα της Ελλάδος έλαβε τις ακόλουθες αποφάσεις:
Α. Εξαιρούμενες λόγω μεγέθους από τη Φερεγγυότητα ΙΙ επιχειρήσεις
Η Τράπεζα της Ελλάδος, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας, επέτρεψε σε τρεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες πληρούσαν τα σχετικά κριτήρια μεγέθους και εργασιών, να εξαιρεθούν από ορισμένες διατάξεις της Φερεγγυότητας ΙΙ και να εφαρμόσουν μειωμένες απαιτήσεις για τη φερεγγυότητα και το σύστημα διακυβέρνησής τους.
Β. Έγκριση χρήσης μεταβατικών μέτρων
Η Τράπεζα της Ελλάδος, μεριμνώντας για την ομαλή προσαρμογή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στις αυξημένες απαιτήσεις για τον υπολογισμό και σχηματισμό τεχνικών προβλέψεων, επέτρεψε σε 4 ασφαλιστικές επιχειρήσεις να εφαρμόσουν τα προβλεπόμενα στα άρθρα 273 έως 275 του ν. 4364/2016 μεταβατικά μέτρα. Οι εν λόγω εγκριτικές αποφάσεις της εποπτικής αρχής αφορούν, σε μια περίπτωση, τη μεταβατική μείωση των τεχνικών προβλέψεων κατά συγκεκριμένο ποσό και σε 3 περιπτώσεις τη χρήση μεταβατικού επιτοκίου προεξόφλησης των τεχνικών προβλέψεων.
Σε περιπτώσεις που δεν εξασφαλιζόταν η φερεγγυότητα της επιχείρησης χωρίς τη χρήση του μεταβατικού μέτρου, απαιτήθηκε η υποβολή σχεδίου σταδιακής εφαρμογής, στο οποίο προσδιορίζονται συγκεκριμένα μέτρα αποκατάστασης.
Οι ευνοούμενες επιχειρήσεις υποχρεούνται σε γνωστοποίηση της επίπτωσης από τη χρήση μεταβατικών μέτρων στη δημοσιοποιούμενη, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 4364/2016, Έκθεση Φερεγγυότητας και Χρηματοοικονομικής Κατάστασης (SFCR).
Γ. Έγκριση χρήσης μερικού εσωτερικού υποδείγματος
Η Φερεγγυότητα ΙΙ, προκειμένου να παροτρύνει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν βέλτιστες πρακτικές στη διαχείριση των κινδύνων τους, επιτρέπει, κατόπιν εποπτικής έγκρισης, στις ως άνω εποπτευόμενες επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν δικά τους οικονομικά ή αναλογιστικά υποδείγματα για τον καθορισμό των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων (εσωτερικό υπόδειγμα).
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει τη χρήση μερικού εσωτερικού υποδείγματος για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας σε μία ασφαλιστική επιχείρηση.
Δ. Αποφάσεις για ομίλους
Ως προς τα θέματα εποπτείας των δύο ασφαλιστικών ομίλων με έδρα στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν σχετικής διαβούλευσης με τα κολλέγια εποπτών, εξέδωσε, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, δύο αποφάσεις. Η απόφαση για τον πρώτο όμιλο αφορούσε τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της εποπτείας ομίλου, καθώς και την εφαρμογή της εναλλακτικής μεθόδου υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 191 του ν.4364/2016. Για το δεύτερο όμιλο αφορούσε την εφαρμογή ενός συνδυασμού της βασικής και της εναλλακτικής μεθόδου υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.
Επιπροσθέτως, για έναν εκ των ανωτέρω ομίλων, αποφασίστηκε η εξαίρεση της συμμετοχής της μητρικής επιχείρησης σε μια επιχείρηση του ομίλου στο εξωτερικό από το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου.
6.3 ΕΠΟΠΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ
Η Τράπεζα, δεδομένου ότι το 2016 αποτέλεσε το πρώτο έτος εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου, πραγματοποίησε εποπτικές δράσεις, οι οποίες περιλάμβαναν ελέγχους στους χώρους των εποπτευόμενων επιχειρήσεων και συναντήσεις με διοικητικά στελέχη και τους υπευθύνους των βασικών λειτουργιών (αναλογιστικής, διαχείρισης κινδύνου, συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου). Οι εν λόγω εποπτικές δράσεις ταξινομούνται σε θεματικές ενότητες, οι οποίες καλύπτουν όλο το εύρος των εργασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, στο πλαίσιο των δύο πρώτων πυλώνων της Φερεγγυότητας ΙΙ.
Οι θεματικές ενότητες του πρώτου πυλώνα της Φερεγγυότητας ΙΙ περιλάμβαναν, ενδεικτικά, τη μεθοδολογία αποτίμησης των τεχνικών προβλέψεων ασφαλίσεως ζωής και κατά ζημιών, τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης στην υποενότητα κινδύνου ασφαλίσεων ζωής σύμφωνα με την τυπική προσέγγιση και τον υπολογισμό της προσαρμογής για τη δυνατότητα της αναβαλλόμενης φορολογίας να απορροφήσει ζημίες. Στο πλαίσιο αυτών των θεματικών ενοτήτων, η εποπτική αρχή προσέγγισε τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου και των προβλέψεων για εκκρεμείς ζημίες από τις επιχειρήσεις, την ποιότητα των δεδομένων τους και τις παραδοχές της αναλογιστικής τους λειτουργίας για επικύρωση των τεχνικών προβλέψεων. Επίσης, αξιολογήθηκε η συμμόρφωσή των επιχειρήσεων με το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας του ασφαλιστικού κινδύνου ζωής και η δυνατότητά τους να αντισταθμίζουν μη αναμενόμενες ζημίες μέσω ταυτόχρονης μείωσης των αναβαλλόμενων φόρων.
Οι θεματικές ενότητες του δεύτερου πυλώνα της Φερεγγυότητας ΙΙ αφορούσαν την εφαρμοζόμενη επενδυτική πολιτική, τη διαδικασία εκτέλεσης της ιδίας αξιολόγησης κινδύνου και φερεγγυότητας1, την αξιολόγηση της καταλληλότητας και αξιοπιστίας τόσο των μελών του διοικητικού τους συμβουλίου όσο και των υπευθύνων των βασικών λειτουργιών τους.
Σχετικές περιοχές αξιολόγησης από την Τράπεζα ήταν ενδεικτικά η επάρκεια κεφαλαίων των επιχειρήσεων σε σχέση με τους αναλαμβανόμενους από αυτές επενδυτικούς κινδύνους, ο βαθμός και η ικανότητα κατανόησης αυτών των κινδύνων από το Διοικητικό τους Συμβούλιο και τα στελέχη τους που είναι επιφορτισμένα με τη λήψη των επενδυτικών αποφάσεων. Επιπροσθέτως, αξιολογήθηκαν το επίπεδο εμπλοκής του Διοικητικού Συμβουλίου στη διαδικασία εκτέλεσης της ιδίας αξιολόγησης κινδύνου και φερεγγυότητας, η επάρκεια του συστήματος διακυβέρνησης ως προς τις πρακτικές διαχείρισης, τα εμπλεκόμενα συστήματα και τα δεδομένα, η σύνδεση του επιχειρηματικού σχεδιασμού με τις ανάγκες φερεγγυότητας, τις πιθανές εξωτερικές ακραίες καταστάσεις και τις πιθανές σημαντικές αλλαγές στο προφίλ κινδύνου, η σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων, οι κίνδυνοι από τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και η απαίτηση σχετικά με τα μέτρα μακροπρόθεσμων εγγυήσεων.
Πέραν των ανωτέρω, εντός του 2016 συνεχίστηκαν οι εποπτικές δράσεις της Τράπεζας σχετικά με την προσαρμογή του συστήματος εταιρικής διακυβέρνησης και των πληροφοριακών συστημάτων των επιχειρήσεων στις απαιτήσεις του νέου πλαισίου, με συνδυασμό επιτόπιων ελέγχων και συγκεκριμένων συστάσεων2 επί αυτών από την Τράπεζα.
6.4 ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Η Τράπεζα της Ελλάδος, κάνοντας χρήση των νέων εργαλείων εξυγίανσης και αναδιοργάνωσης που προβλέπει ο ν. 4364/2016, διόρισε ασφαλιστικό διαχειριστή σε δύο ασφαλιστικές επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου, κατ’ αντικατάσταση του διοικητικού τους συμβουλίου. Με πρόσφατες αποφάσεις ανακλήθηκε η άδεια των δύο αυτών εταιριών. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, και κάνοντας χρήση διατάξεις περί υποχρεωτικής μεταβίβασης χαρτοφυλακίου, ο ασφαλιστικός διαχειριστής μερίμνησε για τη μεταβίβαση συγκεκριμένων ασφαλιστικών υποχρεώσεων σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση.
6.5 ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗΣ ΑΚΡΑΙΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ (STRESS TEST)
Κατά τη διάρκεια του 2016 διενεργήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, με ημερομηνία αναφοράς την 1.1.2016. Σκοπός της άσκησης ήταν η εκτίμηση της αντοχής των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε ακραία σενάρια μεταβολής των παραμέτρων της αγοράς και χαμηλών επιτοκίων και η αναγνώριση των επιπτώσεών τους κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του πλαισίου Φερεγγυότητα ΙΙ. Η άσκηση διενεργήθηκε σε ατομικό επίπεδο και περιλάμβανε δύο σενάρια: το σενάριο χαμηλών επιτοκίων και ακραίων καταστάσεων στις αγορές (Double-hit) και το σενάριο χαμηλών επιτοκίων (Low-for-Long).
Στην άσκηση συμμετείχαν 8 ασφαλιστικές επιχειρήσεις με δραστηριότητα στην Ελλάδα, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 88% των τεχνικών προβλέψεων ζωής (εξαιρουμένων των τεχνικών προβλέψεων υγείας και των συμβολαίων που συνδέονται με επενδύσεις) σε σύνολο 236 επιχειρήσεων από 30 χώρες. Οι δύο εκ των συμμετεχουσών επιχειρήσεων δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στις ασφαλίσεις ζωής, ενώ οι λοιπές 6 δραστηριοποιούνται τόσο στις ασφαλίσεις ζωής όσο και στις ασφαλίσεις κατά ζημιών.
Με στόχο τον αποτελεσματικό συντονισμό της άσκησης και την επικύρωση των αποτελεσμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάστηκε με την ΕΙΟΡΑ και ανέπτυξε διαδικασία επικύρωσης, η οποία απαιτούσε τη συμμετοχή της ανώτατης διοίκησης των συμμετεχουσών επιχειρήσεων.
Συμπερασματικά, η άσκηση επιβεβαίωσε την ευαισθησία του κλάδου και στα δύο σενάρια, με την επισήμανση ότι μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλών επιτοκίων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναπτύσσουν ή διατηρούν επιχειρηματικά μοντέλα βασισμένα στην παροχή μακροχρόνιων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων, μέσα από σημαντική μείωση των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους.
1 Σύντομη εισαγωγή στην ιδία αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας παρατίθεται στο Ειδικό θέμα VI.4.
2 Οι συστάσεις προς τις επιχειρήσεις αφορούσαν την αξιοπιστία της λειτουργίας των υποστηρικτικών συστημάτων της Φερεγγυότητας II, τη λεπτομερή τεκμηρίωση των συστημάτων αυτών και των σχετικών διαδικασιών, το επίπεδο αυτοματοποίησης των υπολογισμών που απαιτούνται υπό το νέο θεσμικό πλαίσιο, τη διαχείριση και ποιότητα των δεδομένων, τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων, τις συμβάσεις εξωπορισμού της μηχανογραφικής υποστήριξης των επιχειρήσεων και παραγωγής εποπτικών δεδομένων, την ιχνηλασιμότητα και τον έλεγχο των δεδομένων και των υπολογισμών.
Ειδικό θέμα VI.4
Η ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ: ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ IΔΙΑΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΙ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ (ORSA) ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ
Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην ΕΕ πρέπει, σε κάθε χρονική στιγμή, να είναι σε θέση να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων αποτελείται από τις υποχρεώσεις προς ασφαλισμένους. Το βασικό χαρακτηριστικό των υποχρεώσεων προς ασφαλισμένους είναι ότι δεν αποτελούν ένα εκ των προτέρων γνωστό μέγεθος, καθώς το ύψος τους εξαρτάται από την επέλευση των ασφαλισμένων κινδύνων.
Για να μπορεί να θεωρηθεί ότι μια ασφαλιστική επιχείρηση είναι σε θέση να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της (και δη προς τους ασφαλισμένους της), η Φερεγγυότητα ΙΙ θέτει δύο βασικές απαιτήσεις φερεγγυότητας. Η πρώτη αφορά την υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που να καλύπτουν, κατά μέσο όρο, τις υποχρεώσεις της προς τους ασφαλισμένους. Ο μέσος όρος των υποχρεώσεων αυτών, προσαυξημένος με ένα περιθώριο κινδύνου, καλείται Τεχνική Πρόβλεψη. Εάν το ύψος των υποχρεώσεων ακολουθεί συμμετρική πιθανοθεωρητική κατανομή, τότε υπάρχει 50% πιθανότητα η τεχνική πρόβλεψη να επαρκεί ή, αντίστροφα, υπάρχει 50% πιθανότητα η τεχνική πρόβλεψη να μην επαρκεί. Επειδή η πιθανότητα η τεχνική πρόβλεψη να μην επαρκεί είναι υπέρ το δέον μεγάλη, η Φερεγγυότητα ΙΙ απαιτεί επιπροσθέτως από την ασφαλιστική επιχείρηση να διαθέτει κεφάλαια (καλούμενα Ίδια Κεφάλαια) τα οποία να καλύπτουν όχι μόνο τις τεχνικές προβλέψεις αλλά και όλες τις πιθανές υποχρεώσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που οι υποχρεώσεις αυτές υπερβαίνουν τη μέση τους τιμή, εντός των επόμενων 12 μηνών, με πιθανότητα 99,5% (ήτοι η πιθανότητα να μην εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους εντός των επόμενων 12 μηνών να μην υπερβαίνει το 0,5%). Το ελάχιστο ποσό των ιδίων κεφαλαίων που διασφαλίζει αυτήν την απαίτηση καλείται Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας.
Καθώς όμως η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας παρέχει κάλυψη για σχετικά μικρή χρονική περίοδο (12 μήνες) και λαμβάνει υπόψη της περιορισμένο εύρος εφαρμοζόμενων τεχνικών μείωσης των κινδύνων από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η Φερεγγυότητα ΙΙ έχει εισαγάγει τη διαδικασία που καλείται Ιδία Αξιολόγηση Κινδύνου και Φερεγγυότητας (Own Risk and Solvency Assessment − ORSA), μέσω της οποίας εξετάζονται οι επιπτώσεις ενδεχόμενων ακραίων σεναρίων και δυσμενών γεγονότων στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων σε χρονικό ορίζοντα 3 ως 5 ετών. Η ORSA διενεργείται τουλάχιστον μία φορά το έτος και λαμβάνει υπόψη το σύνολο των δράσεων που η διοίκηση της κάθε ασφαλιστικής επιχείρησης έχει σχεδιάσει να εκτελέσει στην περίπτωση κάθε εξεταζόμενου σεναρίου και δυσμενούς γεγονότος, ώστε να διατηρεί την πιθανότητα χρεοκοπίας της επιχείρησης μικρότερη από 0,5%.