Είναι νόμιμη η άσκηση ασφάλισης στην Ελλάδα με καθεστώς ΕΠΥ;

Επ’ ευκαιρία των ολοένα μεγαλύτερων διαστάσεων που προσλαμβάνει στη χώρα μας το φαινόμενο της παροχής ιδιωτικής ασφαλίσεως, από εταιρείες που εδρεύουν σε άλλα Κράτη μέλη, όπως κυρίως από Βαλκανικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυρίως στον κλάδο αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, μέσω της επίκλησης του ενωσιακού δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, επισημαίνονται τα ακόλουθα:

1. Η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) διακρίνει και διαφοροποιεί την ελεύθερη εγκατάσταση από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (ΕΠΥ) με τρόπο και κριτήρια που έχουν αποσαφηνιστεί με πολλές αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔικΕΕ). Η μεν ελεύθερη εγκατάσταση συνεπάγεται τη δυνατότητα προσώπου προερχομένου από ένα Κράτος μέλος (καταγωγής του) να συμμετέχει, με σταθερό και συνεχή τρόπο, στην οικονομική ζωή άλλου κράτους μέλους πλην του πρώτου Κράτους καταγωγής. Η δε ΕΠΥ υποδηλώνει προσωρινό χαρακτήρα της ασκούμενης στο Κράτος μέλος υποδοχής δραστηριότητας. Υφίσταται, δηλαδή μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και δικαιώματος εγκαταστάσεως, έστω και αν στην πράξη η διάκριση αυτή δεν είναι πάντα προφανής.

Όταν η ασκούμενη οικονομική δραστηριότητα είναι μόνιμη ή, εν πάση περιπτώσει, άνευ προβλέψιμων χρονικών περιορισμών, τότε υποκρύπτεται άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και η νομολογία του ΔικΕΕ καταδικάζει την καταχρηστική επίκληση των διατάξεων περί ΕΠΥ, εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί ελεύθερης εγκατάστασης (βλ. μεταξύ πολλών αποφάσεις Δικαστηρίου της ΕΕ στις υποθέσεις 205/84, 196/87, C-70/95, C-215/01, και C 456/02, καθώς και ενδεικτικά Παπαγιάννης, Ευρωπαϊκό Δίκαιο, σελ.489). Τα αυτά αναφέρονται και στην Ερμηνευτική Ανακοίνωση της Επιτροπής «Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και γενικό συμφέρον στον ασφαλιστικό τομέα» (2000/C 43/03).

Υπενθυμίζεται ότι αποτελεί γενική αρχή του ευρωπαϊκού δικαίου να καταδικάζεται η καταχρηστική επίκληση διατάξεων και δικαιωμάτων που εκπορεύονται από το δίκαιο αυτό, βλ. μεταξύ άλλων αποφάσεις Κεφάλας, Διαμαντής, Halifax, SICES κ.λπ.

Η εν λόγω νομολογία αποτυπώθηκε και σε ρητή διάταξη στη νέα οδηγία IDD (Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων), στην οποία ορίζεται ότι η αρμόδια εποπτική αρχή του Κράτους μέλους υποδοχής έχει την εξουσία να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να παρεμποδίσει διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων στο να ασκήσει δραστηριότητα εντός του εδάφους του υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εάν η σχετική δραστηριότητα κατευθύνεται εξ ολοκλήρου ή κυρίως προς το έδαφος του υπόψη Κράτους υποδοχής, εφόσον μοναδικός σκοπός του διανομέα είναι να αποφύγει τις νομοθετικές διατάξεις που θα ίσχυαν αν διέθετε εγκατάσταση στο Κράτος υποδοχής, και υπό την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα του διανομέα θέτει σε κίνδυνο τη σωστή λειτουργία της σχετικής αγοράς όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών. Την ίδια ευαισθησία επιδεικνύει ως γνωστόν ο ενωσιακός νομοθέτης και για τα θύματα τροχαίων ατυχημάτων στις σχετικές ειδικές διατάξεις περί ασφάλισης αυτοκινήτων.

2. Τα ανωτέρω ισχύουν ιδιαίτερα στο καθεστώς ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, στο οποίο επιβάλλεται μεγαλύτερη προσοχή και προστασία, ιδίως προς προστασία των θυμάτων των τροχαίων, του δημοσίου συμφέροντος αλλά και της δημόσιας τάξης. Υπενθυμίζεται ότι βασικός σκοπός της ασφάλισης αυτής –κατά τον Ευρωπαίο νομοθέτη– είναι η εξασφάλιση αποτελεσματικής αποζημίωσης των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων.

Ο αριθμός των δηλωθέντων αυτοκινήτων στην Ελλάδα που ασφαλίζονται υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εγγίζουν ως γνωστόν τα 600.000 αυτοκίνητα. Μήπως ένας τόσο μεγάλος αριθμός δύναται να υποκρύπτει σταθερή και συνεχή παρουσία των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων στην ελληνική αγορά και, άρα, κατάχρηση του δικαιώματος ΕΠΥ και εν τοις πράγμασι άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης;

Μήπως ο τόσο μεγάλος αυτός αριθμός ασφαλίσεων μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που αναλαμβάνουν οι εν λόγω επιχειρήσεις και, ως εκ τούτου, και οι ασφαλισμένοι σε αυτές καταναλωτές στη χώρα μας;

Χρήσιμη για την ανάλυση αυτή εμφανίζεται η διάταξη του άρ. 146 του νέου ν. 4364/2016, (που μεταφέρει την οδηγία 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης[γνωστής ως SolvencyII]) σύμφωνα με την οποία «2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε άλλα κράτη − μέλη, και αναλαμβάνουν εργασίες στην Ελλάδα είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε μέσω παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση, καθώς και τα υποκαταστήματα ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτης χώρας επιτρέπεται να παρέχουν ασφαλίσεις στην Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο που τις ασκούν στη χώρα καταγωγής τους, εφόσον δεν παραβιάζουν τις διατάξεις, οι οποίες, στο πλαίσιο της ασφαλιστικής, τραπεζικής, χρηματιστηριακής και περί καταναλωτή νομοθεσίας, αποβλέπουν στην προστασία των αντισυμβαλλομένων, ιδιαίτερα δε των καταναλωτών ή άλλες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος» (πρόκειται για διάταξη που είχε πρωτοεισαχθεί με το άρ. 68 του ν. 3746/2009 στο τότε άρ. 112 του ν.δ. 400/1970). Εξίσου σημαντικές είναι και οι διατάξεις του άρ. 123 του άνω ιδίου ν. 4364/2016 περί ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δεν τηρούν την κείμενη νομοθεσία (που μεταφέρει τα άρ. 155 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και 2 παρ. 39 της οδηγίας 2014/51/ΕΕ, και ήδη ίσχυε όπως είχε εισαχθεί με το ανωτέρω άρ.68 του ν.3746/2009).

3. Συμπερασματικά, η Εθνική μας Εποπτική Αρχή θα έπρεπε να απαιτήσει την ίδρυση υποκαταστήματος από ασφαλιστικές επιχειρήσεις που προέρχονται από άλλα Κράτη μέλη όταν διαπιστώνει ότι (αυτές) δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά με σταθερό και συνεχή τρόπο, ενώ επικαλούνται την άσκηση του δικαιώματος της ΕΠΥ, βασιζόμενη σε στοιχεία που διαθέτει (ή δύναται να διαθέσει μέσω συνεργασίας με άλλες εθνικές εποπτικές Αρχές, κυρίως του Κράτους καταγωγής). Και τούτο βάσει του άρ. 115 παρ. 3-4 του ν. 4364/2016 (που αντιστοιχεί στο άρ. 145 επ. και 146 της προαναφερθείσας οδηγίας 2009/138/ΕΚ), απαιτώντας σύμφωνα με την παραπάνω σχετική νομολογία τις αυστηρότερες (έναντι της ΕΠΥ) διατάξεις που προβλέπονται για δευτερεύουσα εγκατάσταση.

Δύναται δε να κοινοποιήσει, δυνάμει της παρ. 5 του προαναφερθέντος άρ.115 του ν. 4364/2016, στην εκάστοτε αρμόδια εποπτική Αρχή του Κράτους καταγωγής (που πρέπει σύμφωνα με την εν λόγω Οδηγία Solvency να τηρεί συνεχώς ενημερούμενο μητρώο υποκαταστημάτων σε άλλο Κράτος) τις –κατά το ελληνικό δίκαιο– επιβαλλόμενες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος, στην περίπτωση που κάτι τέτοιο προβάλει απολύτως αναγκαίο (πρβλ. και γενική υποχρέωση τέτοιας κοινοποίησης στο άρ.117 παρ.4 του ιδίου νόμου).

Ενδεικτικά και μόνο αναφέρουμε ότι στις ως άνω διατάξεις δημοσίου συμφέροντος σύμφωνα με την Εποπτική μας Αρχή (http://www.bankofgreece.gr/Pages/el/deia/generalgood.aspx) περιλαμβάνονται και οι διατάξεις του κ.ν. 489/1976 περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης.

Μεταξύ των διατάξεων αυτών περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη περί έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης και δυνατότητας χορήγησης βεβαίωσης ασφάλισης, μόνο μετά την καταβολή του συνολικού ποσού του οφειλομένου ασφαλίστρου, περιορισμός που δεν βαρύνει τις δραστηριοποιούμενες μέσω ΕΠΥ ασφαλιστικές επιχειρήσεις, δυνάμει του εθνικού δικαίου του κράτους της έδρας τους.

Ο επιπλέον περιορισμός αυτός ενδέχεται να προκαλέσει νόθευση του ελεύθερου ανταγωνισμού στη σχετική ελληνική αγορά, στην περίπτωση που εφαρμόζεται μόνο σε βάρος των ελληνικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ενώ οι δραστηριοποιούμενες μέσω ΕΠΥ ασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να χορηγούν βεβαιώσεις ασφάλισης στους πελάτες τους, χωρίς να απαιτούν προπληρωμή του συνολικού ασφαλίστρου.

Το γεγονός αυτό είναι δυνατόν να επιδεινώσει τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση και τη φερεγγυότητα, γεγονός όμως που μπορεί να ελεγχθεί αποκλειστικά και μόνο από την αρμόδια Αρχή του κράτους καταγωγής τους. Ωστόσο, η συμπερίληψη της σχετικής πρόβλεψης στις διατάξεις δημοσίου συμφέροντος, παρέχει το δικαίωμα και στην ελληνική Εποπτική Αρχή να επιβάλει και να ελέγξει την εφαρμογή του εν λόγω περιορισμού για τις εν Ελλάδι ασκούμενες δραστηριότητες των ως άνω ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται και η εύρυθμη λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού στην σχετική αγορά.

Στο πλαίσιο αυτό και μέσω των ανωτέρω αρμοδιοτήτων, η Εποπτική μας Αρχή λειτουργεί αποτελεσματικότερα στο πνεύμα του ενωσιακού νομοθέτη, ως Αρχή υποδοχής (βλ. άρ.121 επ. ν.4364/2016), ώστε να διασφαλίζεται ταυτόχρονα και η βέλτιστη προστασία των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων, αλλά και ασφαλισμένων καταναλωτών στον ευαίσθητο χώρο της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης εξ αυτοκινήτων, αλλά και η εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς στην Ελλάδα.

Φυσικά δύναται να τεθεί και ζήτημα ευθύνης της Εποπτικής μας Αρχής στην περίπτωση που καταστρατηγήσεις του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή των ανωτέρω αναφερόμενων ελληνικών διατάξεων δημοσίου συμφέροντος περιέλθουν σε γνώση της και αυτή (Αρχή) δεν πράξει τα δέοντα κατά τα προαναφερθέντα σε συμμόρφωση προς το ενωσιακό δίκαιο (βλ. πρόσφατα ΣτΕ 2783/2015 7μ [σκ.4], όπου εκρίθη ότι «τα άρθρα 105 και 106 του ΕισνΑΚ έχουν εφαρμογή και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων των ανεξάρτητων αρχών κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, υπό την έννοια ότι οι αρχές αυτές ενέχονται σε αποζημίωση από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, εφόσον αυτές είτε έχουν ιδία νομική προσωπικότητα είτε, χωρίς να έχουν νομική προσωπικότητα, έχουν, για την πραγμάτωση του σκοπού τους, οικονομική αυτοτέλεια σε σχέση με το Δημόσιο, άλλως, στην περίπτωση δηλαδή που δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η σχετική ευθύνη ανήκει στο Δημόσιο, το οποίο και νομιμοποιείται παθητικώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σε περίπτωση ασκήσεως σχετικής αγωγής»).

aagora

Δρ. Χάρης Συνοδινός, Δικηγόρος